Γιατί λέω ότι δεν έγινα συγγραφέας, αλλά μάρτυρας ενός τόπου

Γιατί ο «Ήρωας της Θύμαινας» δεν γεννήθηκε από την ανάγκη να επινοηθεί μια ιστορία, αλλά από την ανάγκη να καταγραφεί μια αλήθεια.
Η λέξη «συγγραφέας» πάντα μου φαινόταν κάπως μεγάλη. Σαν να προϋποθέτει ότι κάθεσαι απέναντι από μια λευκή σελίδα και δημιουργείς έναν κόσμο που πριν δεν υπήρχε.
Στην περίπτωση των Φούρνων και της Θύμαινας ένιωσα ακριβώς το αντίθετο. Ο κόσμος ήταν ήδη εκεί. Πλήρης, ζωντανός, γεμάτος ιστορίες, πρόσωπα και μικρές πράξεις που δεν χρειάζονταν καμία επινόηση. Χρειαζόταν μόνο κάποιος να τις προσέξει.
Το δύσκολο δεν ήταν να φανταστώ
Το δύσκολο ήταν να ακούσω σωστά. Να μην μπω ανάμεσα στον τόπο και στην αλήθεια του. Να μη μετατρέψω τους ανθρώπους σε χαρακτήρες που θα υπηρετούσαν τη δική μου αφήγηση, αλλά να αφήσω την αφήγηση να υπηρετήσει εκείνους.
Όταν ένας άνθρωπος ανοίγει το σπίτι του χωρίς δεύτερη σκέψη, όταν ένας μάστορας σταματά ό,τι κάνει για να βοηθήσει, όταν ένα ολόκληρο νησί αγωνιά για τον άνθρωπο που βρίσκεται στη θάλασσα, δεν χρειάζεται να προσθέσεις δράμα. Το δράμα, η τρυφερότητα και η ουσία υπάρχουν ήδη μέσα στην πράξη.
Να πεις: «Το είδα»
Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω τη θέση μου. Δεν ήμουν ο άνθρωπος που ανακάλυψε τους Φούρνους ή τη Θύμαινα. Αυτοί οι τόποι υπήρχαν πολύ πριν από εμένα και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν ήμουν ούτε εκείνος που έφερε την ανθρωπιά στους ανθρώπους τους. Την κουβαλούσαν ήδη μέσα τους.
Εγώ μπορούσα μόνο να πω: «Το είδα». Είδα ανθρώπους να μοιράζονται χωρίς να κρατούν λογαριασμό. Είδα παιδιά να μεγαλώνουν με μια ελευθερία που συνοδεύεται από ευθύνη. Είδα τη θάλασσα να ενώνει τα σπίτια και όχι να τα χωρίζει. Είδα έναν τρόπο ζωής που νόμιζα πως είχε χαθεί.
Η ευθύνη του μάρτυρα
Το να γίνεσαι μάρτυρας ενός τόπου δεν είναι τίτλος. Είναι ευθύνη. Σημαίνει ότι δεν παίρνεις μια ιστορία για να την κάνεις δική σου. Τη μεταφέρεις με ευγνωμοσύνη και με σεβασμό. Αναγνωρίζεις ότι οι πρωταγωνιστές είναι οι άνθρωποι που τη ζουν κάθε μέρα.
Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν θέλω να λειτουργεί σαν καθρέφτης που επιστρέφει το βλέμμα σε εμένα. Θέλω να είναι παράθυρο. Να κοιτάζει ο αναγνώστης μέσα του και να βλέπει τους Φούρνους, τη Θύμαινα, τις βάρκες, τα παιδιά, τους ηλικιωμένους, τους ψαράδες, τους ανθρώπους που κρατούν ακόμη ζωντανή τη μοιρασιά.
Μια αλήθεια που δεν μου ανήκει
Η πιο τίμια φράση που μπορώ να πω είναι ότι αυτή η αλήθεια δεν μου ανήκει. Μου εμπιστεύτηκαν, χωρίς καν να το ξέρουν, ένα μικρό κομμάτι της. Κι εγώ προσπάθησα να το κρατήσω ζωντανό στις σελίδες, όπως κρατάς ένα κοχύλι που σου έδωσε ένα παιδί: προσεκτικά, όχι επειδή είναι ακριβό, αλλά επειδή για εκείνο έχει σημασία.
«Δεν έγραψα για να αποδείξω ότι μπορώ να δημιουργήσω έναν κόσμο. Έγραψα γιατί ανακάλυψα ότι ένας κόσμος σαν αυτόν υπάρχει ακόμη και δεν ήθελα να περάσω από δίπλα του σιωπηλός.»