Repairion: Η υπερδύναμη που δεν αγοράζεται

Ο Repairion μπορεί να φτιάξει μηχανές, καΐκια και σωλήνες. Αλλά η πραγματική του υπερδύναμη είναι η αλληλεγγύη. Μια ιστορία από τους Φούρνους.
Αν ρωτήσεις ένα παιδί στους Φούρνους τι δουλειά κάνει ο Repairion, μάλλον δεν θα πάρεις πολύ συγκεκριμένη απάντηση.
«Φτιάχνει πράγματα.»
«Τι πράγματα;»
«Όλα.»
Και κάπου εκεί τελειώνει η συζήτηση.
Γιατί ο Repairion έχει εκείνο το σπάνιο πράγμα που οι παλιοί αποκαλούν απλά «χέρια».
Όχι απλώς δύο χέρια.
Χέρια που ξέρουν.
Πιάνουν ένα κομμάτι σίδερο και κάπως καταλαβαίνουν τι μπορεί να γίνει. Ακουμπούν μια χαλασμένη μηχανή και σχεδόν την ακούν να λέει τι την πονάει. Ξέρουν από ξύλο, πέτρα, βίδες, σωλήνες, μηχανές, καΐκια, συγκολλήσεις και πατέντες που κανένα εγχειρίδιο στον κόσμο δεν θα τολμούσε να προτείνει.
Κάποιες φορές νομίζεις ότι τα δάχτυλά του σκέφτονται γρηγορότερα από το κεφάλι του.
Του δίνεις κάτι χαλασμένο. Το γυρίζει από τη μία. Το κοιτάζει από την άλλη. Λέει ένα «χμμμ». Και μετά: «Άσ’ το εδώ.»
Το «χμμμ» είναι πολύ σημαντικό. Μπορεί να σημαίνει «Ξέρω ακριβώς τι έχει.» Μπορεί επίσης να σημαίνει: «Δεν έχω ιδέα τι έχει, αλλά σε λίγο θα ξέρω.» Συνήθως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Το πράγμα ξαναδουλεύει.
Η πραγματική υπερδύναμη
Αν όμως αυτή ήταν η μοναδική υπερδύναμη του Repairion, θα ήταν απλώς ένας εξαιρετικός μάστορας.
Δεν είναι.
Η πραγματική του υπερδύναμη είναι άλλη.
Θα αφήσει αυτό που κάνει για να βοηθήσει έναν άνθρωπο. Έναν καπετάνιο που έμεινε με τη μηχανή. Έναν ψαρά που χρειάζεται ένα χέρι. Μια γιαγιά που της έσπασε ο σωλήνας. Έναν γείτονα. Έναν φίλο. Κάποιον που μπορεί να μην είναι ούτε φίλος.
Δεν έχει μεγάλη σημασία.
Αν υπάρχει πρόβλημα και μπορεί να βοηθήσει, για τον Repairion η κουβέντα είναι συνήθως μικρή.
«Repairion, μπορείς;»
«Πού είσαι;»
Αυτό.
Γιατί η τέχνη βρίσκεται στα χέρια του. Αλλά η αλληλεγγύη βρίσκεται λίγο πιο μέσα.
Ένα πρωινό του Αυγούστου
Ένα πρωί του Αυγούστου ο Repairion πήρε μια πολύ σοβαρή απόφαση.
Μέχρι τις δέκα δεν θα έκανε τίποτα. Θα έπινε έναν καφέ. Ολόκληρο. Ζεστό. Χωρίς να σηκωθεί στη μέση για να σώσει μηχανή, σωλήνα, καΐκι, πόρτα, αυτοκίνητο ή την ανθρωπότητα γενικότερα.
Το ανακοίνωσε μάλιστα.
«Σήμερα μέχρι τις δέκα δεν δουλεύω.»
Η γυναίκα απέναντί του χαμογέλασε. «Καλά.»
Ήταν το «καλά» ενός ανθρώπου που ήξερε ότι αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί.
Ο Repairion πήρε την πρώτη γουλιά. Το τηλέφωνο χτύπησε. Δεν απάντησε. Ξαναχτύπησε. Πήγε να πιει δεύτερη γουλιά. Ξαναχτύπησε.
Κοίταξε τον καφέ. Κοίταξε το τηλέφωνο. Το σήκωσε.
«Έλα.» Μικρή παύση. «Πού είσαι;» Άλλη παύση. «Έρχομαι.»
Σηκώθηκε.
«Τι έγινε;» τον ρώτησαν.
«Έμεινε ο Θοδωρής με το καΐκι.»
«Και ο καφές;»
Ο Repairion τον κοίταξε για λίγο. «Θα με περιμένει.»
Ο καφές, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν είχε την ίδια αισιοδοξία.
Το καΐκι, ο σωλήνας, το αυτοκίνητο
Δέκα λεπτά μετά, ο Repairion ήταν πάνω στο καΐκι. Ο καπετάνιος είχε ανοίξει τη μηχανή και την κοίταζε σαν να περίμενε να του εξηγήσει μόνη της τι είχε.
«Τι έκανε;» ρώτησε ο Repairion.
«Έσβησε.»
«Πριν σβήσει;»
«Δούλευε.»
Ο Repairion τον κοίταξε. «Εξαιρετική πληροφορία.»
Έσκυψε. Έβαλε τα χέρια του μέσα στη μηχανή. Έσφιξε κάτι. Ξεβίδωσε κάτι άλλο. Μύρισε ένα σωληνάκι.
Ο καπετάνιος τον κοίταζε απορημένος. «Τώρα το μυρίζεις;»
«Ναι.»
«Και τι λέει;»
«Να μη μιλάς.»
Πέντε λεπτά αργότερα ακούστηκε: ΒΡΟΥΜΜΜ.
Ο καπετάνιος χαμογέλασε σαν παιδί. «Ρε θηρίο! Τι είχε;»
Ο Repairion έκλεισε το καπάκι. «Νεύρα.»
«Πόσα σου χρωστάω;»
Ο Repairion είχε ήδη πιάσει το σκοινί για να φύγει. «Τίποτα. Βάλε μπροστά και πήγαινε για ψάρεμα.»
Γιατί αυτή είναι μια λεπτομέρεια που έχει σημασία. Ο Repairion μπορεί να φτιάχνει πράγματα, αλλά δεν μετράει πάντα τις πράξεις του σαν δουλειές. Μερικές τις θεωρεί απλώς αυτό που έπρεπε να γίνει.
Μόλις γύρισε στο λιμάνι, μια γυναίκα τον περίμενε. «Repairion!»
Εκείνος σταμάτησε. «Τι;»
«Έσπασε ένας σωλήνας στο σπίτι.»
«Πολύ;»
«Έλα να δεις.»
Αυτό συνήθως σημαίνει «πολύ».
Στο σπίτι η κουζίνα είχε μετατραπεί σε μικρό υδροβιότοπο. Η κυρα-Δήμητρα στεκόταν στη μέση με μια σκούπα.
«Έκλεισες το νερό;»
«Όχι.»
Ο Repairion την κοίταξε. «Γιατί;»
«Σε περίμενα.»
Έκλεισε τα μάτια. Μέτρησε μέσα του μέχρι το τρία. Άνοιξε τον γενικό, τον έκλεισε σωστά, άλλαξε τον σωλήνα, έσφιξε, ξαναέσφιξε και σε λίγο η κουζίνα έπαψε να διεκδικεί θέση στις παραλίες του νησιού.
Η κυρα-Δήμητρα του έφτιαξε καφέ. «Πιες τώρα.»
Ο Repairion τον πήρε. Πριν προλάβει να ακουμπήσει το φλιτζάνι στα χείλη του, ακούστηκε από τον δρόμο:
«Repairioooon!»
Κοίταξε τον καφέ. «Εσύ κι εγώ δεν είναι γραφτό να είμαστε μαζί.»
Λίγο πιο πέρα ένα αυτοκίνητο είχε πέσει με τη μία ρόδα σε ένα χαντάκι. Η οδηγός ήταν απελπισμένη. Τρία παιδιά είχαν ήδη μαζευτεί γύρω. Στα νησιά τα παιδιά διαθέτουν κάποιο μυστικό ραντάρ που εντοπίζει από απόσταση κλαρκ, γερανούς και οτιδήποτε μπορεί να σηκώσει κάτι βαρύ.
Ο Repairion έφερε το κλαρκ. Έδεσε το αυτοκίνητο. Το σήκωσε αργά.
Ένας ηλικιωμένος παρακολουθούσε από δίπλα με τα χέρια πίσω από την πλάτη. «Λίγο δεξιά.»
Ο Repairion συνέχισε.
«Λίγο ακόμα.»
Ο Repairion γύρισε και τον κοίταξε. «Θες να ανέβεις εσύ;»
«Όχι, καλά το πας.»
Το αυτοκίνητο επέστρεψε στον δρόμο. Τα παιδιά χειροκρότησαν. Η γυναίκα πήγε να τον ευχαριστήσει. Ο Repairion είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει τα σκοινιά.
Δεν του άρεσε πολύ το «ευχαριστώ». Όχι επειδή δεν το εκτιμούσε. Αλλά επειδή στο μυαλό του δεν είχε κάνει κάτι σπουδαίο. Ένας άνθρωπος είχε πρόβλημα. Εκείνος είχε τα χέρια και τα εργαλεία για να το λύσει. Τέλος.
Μέχρι το μεσημέρι
Μέχρι το μεσημέρι είχε φτιάξει μια πόρτα που δεν έκλεινε, ένα ψυγείο που είχε αποφασίσει να γίνει ντουλάπι, μια προπέλα, έναν πάγκο και μια μεταλλική κατασκευή για κάτι αρχαιολόγους.
Ο αρχαιολόγος κοίταξε την κατασκευή εντυπωσιασμένος. «Πού το σχεδίασες αυτό;»
Ο Repairion έδειξε το κεφάλι του. «Εδώ.»
«Δεν υπάρχει σχέδιο;»
«Τώρα υπάρχει.»
«Πού;»
Ο Repairion χτύπησε πάλι το κεφάλι του. «Εδώ.»
Ο αρχαιολόγος γέλασε. «Και αν θέλουμε δεύτερο;»
Ο Repairion σταμάτησε. «Εκεί έχουμε ένα μικρό πρόβλημα.»
Το απόγευμα χτύπησε πάλι το τηλέφωνο. «Repairion, δεν δουλεύουν τα ηχεία στο πανηγύρι.»
Ο Repairion κοίταξε τα χέρια του. Ήταν μαύρα από γράσο. Κοίταξε την ώρα. Κοίταξε προς τη θάλασσα. Για ένα δευτερόλεπτο πρέπει να σκέφτηκε σοβαρά να κολυμπήσει μέχρι την Ικαρία και να ξεκινήσει νέα ζωή.
Αντί γι’ αυτό είπε: «Έρχομαι.»
Στην πλατεία επικρατούσε χάος. Καλώδια παντού. Ένας μουσικός κρατούσε ένα μικρόφωνο. «Δεν ακούγεται τίποτα.»
Ο Repairion κοίταξε τις συνδέσεις. «Με αυτά που κάνατε, πάλι καλά που δεν ακούγεται η Τουρκία.»
Έσκυψε. Άλλαξε ένα βύσμα. Ένωσε δύο καλώδια. Έσφιξε κάτι. Χτύπησε ελαφρά το ηχείο.
Το ηχείο ξαφνικά βρόντηξε: «ΕΝΑ, ΔΥΟ, ΕΝΑ, ΔΥΟ!»
Ένας γλάρος πετάχτηκε τρομαγμένος από μια ταράτσα. Ο μουσικός γέλασε. «Σώθηκες!»
«Σωθήκαμε», είπε ο Repairion.
Και αυτή η μικρή αλλαγή της λέξης είχε σημασία.
Όταν χρειάστηκε βοήθεια ο ίδιος
Το βράδυ πήρε επιτέλους τον δρόμο του γυρισμού. Κουρασμένος. Ιδρωμένος. Με τα χέρια γεμάτα μικρές γρατζουνιές και γράσο. Δεν είχε τελειώσει ούτε έναν καφέ.
Και τότε το δικό του αγροτικό έκανε:
ΓΚΟΥΚ. ΚΛΑΚ. Και έσβησε.
Ο Repairion κοίταξε μπροστά. Έμεινε ακίνητος. «Όχι.»
Γύρισε το κλειδί. Τίποτα. Ξανά. Τίποτα. Κατέβηκε. Άνοιξε το καπό. Κοίταξε τη μηχανή. Για πρώτη φορά μέσα στην ημέρα, τα χέρια του έμειναν λίγο ακίνητα. Ήταν κουρασμένος.
Κάθισε στην άκρη του δρόμου. «Τώρα βρήκες κι εσύ;» είπε στο αγροτικό.
Και τότε ακούστηκε μια φωνή. «Τι έπαθες;»
Ήταν ο καπετάνιος. Μετά εμφανίστηκε η κυρα-Δήμητρα. Ύστερα η γυναίκα με το αυτοκίνητο. Ένας από τους αρχαιολόγους. Ο μουσικός. Τα παιδιά. Και τελευταίος ο παππούς με τα χέρια πίσω από την πλάτη.
Κοίταξε το ανοιχτό καπό. «Λίγο δεξιά.»
Ο Repairion τον κοίταξε. Και αυτή τη φορά δεν άντεξε. Έβαλε τα γέλια.
Σε λίγα λεπτά είχε συμβεί κάτι παράξενο. Ο άνθρωπος που όλη μέρα έτρεχε για όλους, στεκόταν τώρα λίγο πίσω. Και οι άλλοι έτρεχαν για εκείνον.
Ο καπετάνιος είχε χωθεί στη μηχανή. Ο άλλος κρατούσε φακό. Κάποιος έφερε εργαλεία. Η κυρα-Δήμητρα έφερε ένα πιάτο φαγητό, γιατί θεωρούσε προφανώς αδύνατο να επισκευαστεί μηχανή με άδειο στομάχι. Ο μουσικός έφερε μπίρες. Ένα παιδί κρατούσε ένα κατσαβίδι.
«Δώσε μου το δεκατριάρι», είπε κάποιος.
Το παιδί τού έδωσε την πένσα.
«Αυτό είναι πένσα.»
«Α.»
«Το δεκατριάρι.»
Του έδωσε το κατσαβίδι.
Ο Repairion χαμογέλασε. «Έχουμε δρόμο ακόμα.»
Τελικά ακούστηκε: «Δοκίμασε!»
Ο Repairion μπήκε στο αγροτικό. Γύρισε το κλειδί.
ΚΛΑΚ. Όλοι σώπασαν. Ξανά. ΚΛΑΚ.
Ο παππούς πήγε να μιλήσει. «Εγώ νομίζω…»
Όλοι μαζί φώναξαν: «ΜΗ!»
Ο Repairion ξαναγύρισε το κλειδί.
ΒΡΟΥΜΜΜΜ!
Τα παιδιά πανηγύρισαν. Ο καπετάνιος τον χτύπησε στην πλάτη. Η κυρα-Δήμητρα χαμογέλασε. «Έτοιμος.»
Ο Repairion κατέβηκε. Κοίταξε έναν έναν τους ανθρώπους γύρω του. Και είπε:
«Τι σας χρωστάω;»
Για λίγο έπεσε σιωπή. Ο καπετάνιος χαμογέλασε. «Εσύ; Τίποτα.» Και ύστερα πρόσθεσε: «Να βοηθήσεις τον επόμενο.»
Ο Repairion χαμογέλασε. Γιατί αυτό ακριβώς έκανε πάντα.
Η καρέκλα και ο καφές
Αργότερα, στο πανηγύρι, τα βιολιά έπαιζαν. Τα ηχεία δούλευαν. Το καΐκι ήταν στο λιμάνι. Το αυτοκίνητο ήταν έξω από το χαντάκι. Η κουζίνα της κυρα-Δήμητρας είχε σταματήσει να είναι πισίνα. Οι αρχαιολόγοι είχαν την κατασκευή τους. Και το αγροτικό του Repairion στεκόταν κανονικά παρκαρισμένο.
Ο ίδιος καθόταν επιτέλους σε μια καρέκλα. Μπροστά του είχε ένα πιάτο φαγητό. Γύρω του ανθρώπους. Και στα χέρια του έναν καφέ. Ζεστό. Ο πρώτος της ημέρας που είχε πιθανότητες να φτάσει στο στόμα του.
Τον σήκωσε.
Από την άλλη άκρη της πλατείας ακούστηκε:
«Repairioooon!»
Πάγωσε. Όλο το τραπέζι γύρισε.
«Έσπασε μια καρέκλα!»
Ο Repairion κοίταξε τον καφέ. Μετά τους φίλους του.
Ο καπετάνιος σηκώθηκε. «Κάτσε.»
Ο μουσικός σηκώθη κι αυτός. «Αυτό θα το φτιάξουμε εμείς.»
Η κυρα-Δήμητρα τού έσπρωξε τον καφέ πιο κοντά. «Πιες.»
Οι υπόλοιποι έφυγαν προς τη σπασμένη καρέκλα.
Πέντε λεπτά αργότερα ακούστηκε ένα δυνατό: ΚΡΑΚ!
Μετά σιωπή. Και ύστερα:
«Repairioooon!»
Ο Repairion πήρε αργά την πρώτη γουλιά καφέ. Έκλεισε τα μάτια από ευχαρίστηση. Και φώναξε:
«ΘΑ ΜΑΘΕΤΕ!»
Το πραγματικό μυστικό
Αν κοιτάξεις τον Repairion, είναι εύκολο να νομίσεις ότι η υπερδύναμή του βρίσκεται στα χέρια του.
Και είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια παράξενη τέχνη μέσα σ’ αυτά. Φτιάχνουν. Ενώνουν. Σκαρφίζονται. Δίνουν ξανά ζωή σε πράγματα που οι άλλοι είχαν ήδη ξεγράψει.
Αλλά τα χέρια του έχουν αξία για έναν ακόμη λόγο.
Απλώνονται.
Αυτό είναι το πραγματικό μυστικό του. Η μαστοριά είναι το χάρισμά του. Η αλληλεγγύη είναι η υπερδύναμή του.
Θα αφήσει τη δική του δουλειά για να βοηθήσει έναν ψαρά. Θα λερώσει τα χέρια του για τη μηχανή ενός καπετάνιου. Θα τρέξει στο σπίτι μιας γιαγιάς. Θα βρει μια πατέντα για έναν άνθρωπο που πριν από μία ώρα μπορεί να μην γνώριζε καν.
Και πιθανότατα, όταν τον ευχαριστήσεις, θα σου πει: «Έλα μωρέ.»
Γιατί άνθρωποι σαν τον Repairion δεν κρατούν λογαριασμό από τις φορές που βοήθησαν.
Και ίσως γι’ αυτό, όταν κάποτε χρειαστούν οι ίδιοι βοήθεια, συμβαίνει κάτι όμορφο. Έρχονται άνθρωποι από παντού. Ένας με εργαλεία. Ένας με σκοινί. Ένας με φαγητό. Ένας που δεν ξέρει να κάνει τίποτα χρήσιμο, αλλά φέρνει καφέδες.
Όλοι χρειάζονται.
Γιατί έτσι λειτουργεί η αλληλοβοήθεια. Δεν επιστρέφει απαραίτητα από τον άνθρωπο που βοήθησες. Κάνει έναν κύκλο. Περνά από χέρι σε χέρι. Μέχρι που κάποια στιγμή επιστρέφει.
Και ίσως αυτό να είναι το ωραιότερο πράγμα που φτιάχνει τελικά ο Repairion.
Όχι οι μηχανές. Όχι τα καΐκια. Ούτε οι πατέντες του.
Φτιάχνει γύρω του έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι μαθαίνουν να βοηθούν ο ένας τον άλλον.
Και αυτό είναι ίσως το μόνο πράγμα που, ευτυχώς, δεν χρειάζεται ποτέ επισκευή.