Τι βρήκα στους Φούρνους που μου θύμισε τα παιδικά μας χρόνια

Οι Φούρνοι Κορσεών θυμίζουν έναν τρόπο ζωής που πολλοί γνωρίσαμε παιδιά: ανοιχτές πόρτες, ελεύθερο παιχνίδι, εμπιστοσύνη και κοινότητα.
Υπάρχουν εικόνες που δεν σε γυρίζουν απλώς σε έναν τόπο. Σε γυρίζουν σε μια ηλικία.
Στους Φούρνους έχω δει παιδιά να τρέχουν ξυπόλυτα από το πρωί ως το βράδυ, να περνούν από σπίτι σε σπίτι, να χάνονται για λίγο στα σοκάκια και να εμφανίζονται ξανά στο λιμάνι με αλάτι στα μαλλιά και μια καινούργια ιστορία. Και κάθε φορά νιώθω πως κάτι μέσα μου αναγνωρίζει αυτή την εικόνα.
Όταν η γειτονιά ήταν μεγαλύτερη από το σπίτι
Πολλοί μεγαλώσαμε σε γειτονιές όπου οι μεγάλοι γνώριζαν τα παιδιά με το όνομά τους. Αν έκανες μια αταξία, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να το μάθει η μητέρα σου πριν επιστρέψεις. Αν χτυπούσες, θα σε φρόντιζε ο κοντινότερος άνθρωπος, όχι μόνο ο δικός σου.
Δεν ήταν ένας κόσμος χωρίς δυσκολίες. Ήταν όμως ένας κόσμος με περισσότερα μάτια στραμμένα ο ένας στον άλλον. Η ασφάλεια δεν προερχόταν μόνο από κανόνες. Προερχόταν από σχέσεις.
Αυτό ξαναβρήκα στους Φούρνους. Η πλατεία, το λιμάνι, τα στενά και οι παραλίες δεν είναι απλώς δημόσιοι χώροι. Είναι η μεγάλη κοινή αυλή του νησιού. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε αυτήν, με ελευθερία, αλλά και με τη βεβαιότητα ότι κάποιος τα βλέπει με φροντίδα.
Η ελευθερία δεν είναι εγκατάλειψη
Μερικές φορές, βλέποντας τα παιδιά να κινούνται τόσο ελεύθερα, ένας επισκέπτης μπορεί να νομίσει πως κανείς δεν ανησυχεί. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Η κοινότητα ανησυχεί συλλογικά. Η ελευθερία τους στηρίζεται σε ένα αόρατο δίχτυ ανθρώπων που γνωρίζονται, μιλούν και προσέχουν.
Το παιδί μαθαίνει να υπολογίζει τη θάλασσα, τον αέρα, το μονοπάτι και τον άλλον άνθρωπο. Δεν μεγαλώνει προστατευμένο από κάθε δυσκολία, αλλά μέσα σε μια σχέση με τον κόσμο. Μαθαίνει ότι η φύση δεν είναι σκηνικό και η κοινότητα δεν είναι υπηρεσία. Και τα δύο χρειάζονται σεβασμό.
Οι ώρες που δεν χρειάζονται πρόγραμμα
Στην πόλη η παιδική ηλικία συχνά χωρίζεται σε ώρες: σχολείο, δραστηριότητα, μετακίνηση, οθόνη, ύπνος. Στο νησί υπάρχουν ακόμη ώρες που δεν έχουν όνομα. Ένα παιδί ξεκινά για μια βουτιά, συναντά έναν φίλο, μετά έναν παππού που επισκευάζει δίχτυα, ύστερα καταλήγει να βοηθά σε μια βάρκα ή να μαζεύει βότσαλα.
Σε αυτές τις άδειες ώρες γεννιούνται πράγματα που δεν διδάσκονται εύκολα: φαντασία, αυτονομία, παρατήρηση, κουβέντα με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών. Κυρίως γεννιέται η αίσθηση ότι ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο από το πρόγραμμά σου.
Δεν είναι νοσταλγία, είναι υπενθύμιση
Δεν θέλω να πω ότι πρέπει να γυρίσουμε σε ένα παρελθόν που ίσως θυμόμαστε πιο όμορφο απ' όσο ήταν. Θέλω να πω ότι ορισμένα πράγματα αξίζει να τα κουβαλήσουμε μπροστά: την εμπιστοσύνη, τον χρόνο χωρίς σκοπό, τη γειτονιά που γνωρίζει, τον μεγάλο που σκύβει να μιλήσει σε ένα παιδί.
«Οι Φούρνοι δεν μου θύμισαν απλώς πώς ήμασταν παιδιά. Μου θύμισαν τι χρειάζονται ακόμη τα παιδιά για να μεγαλώσουν με ελευθερία και ρίζες.»