Ο Κουστώ και η υπόθεση του εξαφανισμένου αστακού

Ο Κουστώ, ο σκύλος-θαλασσόλυκος των Φούρνων, κλέβει τον αστακό του Thalos. Μια αστεία και τρυφερή ιστορία από τους χαρακτήρες του «Ήρωα της Θύμαινας».
Εκείνο το πρωί ο Thalos είχε έναν πολύ σοβαρό σκοπό.
Το βράδυ θα μαζεύονταν οι φίλοι του για φαγητό και είχε υποσχεθεί να τους κεράσει αστακομακαρονάδα.
Όχι οποιαδήποτε αστακομακαρονάδα.
Τη δική του.
Με φρέσκο αστακό, ντομάτα, λίγο κρασί, μυρωδικά και αρκετή σάλτσα, ώστε στο τέλος όλοι να σκουπίζουν το πιάτο τους με ψωμί και να λένε:
— «Thalos, άλλη μία κουταλιά μόνο».
Κι εκείνος να απαντάει:
— «Μία κουταλιά; Εσείς έχετε φάει και την κατσαρόλα».
Πήρε λοιπόν τη μάσκα, τα βατραχοπέδιλα και τα σύνεργά του και βγήκε με τη βάρκα από νωρίς.
Ο Thalos ήξερε τη θάλασσα σαν την τσέπη του.
Ήξερε σε ποιον βράχο κρύβονται οι αστακοί, πού ανοίγουν τα θαλάμια τους και πότε κοιτάζουν έξω με εκείνο το ύφος που λέει:
«Εδώ μένω εγώ. Παρακαλώ μην ενοχλείτε».
Βούτηξε, κατέβηκε ήρεμα στον βυθό, έψαξε κάτω από μια μεγάλη πέτρα και πολύ γρήγορα είδε δύο μακριές κεραίες να εξέχουν.
— «Καλημέρα», σκέφτηκε ο Thalos. «Δυστυχώς για σένα, έχουμε καλεσμένους».
Με μία γρήγορη κίνηση, έπιασε τον αστακό και ανέβηκε στην επιφάνεια.
Το ψάρεμα είχε τελειώσει σχεδόν πριν αρχίσει.
Ο Thalos έβαλε τον αστακό σε έναν κουβά με θαλασσινό νερό, τον ακούμπησε προσεκτικά στην άκρη της βάρκας και κοίταξε τον ήλιο.
Ήταν ακόμα νωρίς.
Πολύ νωρίς.
— «Έχω χρόνο για έναν μικρό υπνάκο», είπε.
Αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις που λέει συνήθως κάποιος πριν συμβεί μια μεγάλη καταστροφή.
Ο Thalos ξάπλωσε στο μαλακό μπαλόνι της βάρκας, έβαλε το σκουφί πάνω στα μάτια του και σε λιγότερο από ένα λεπτό κοιμόταν.
Ή τουλάχιστον προσπαθούσε.
Γιατί στον κοντινό βράχο υπήρχε ήδη κάποιος που τον παρακολουθούσε.
Ο Κουστώ.
Ο σκύλος–θαλασσόλυκος.
Ο ειδικός στις μυστικές αποστολές.
Ο άνθρωπος — δηλαδή ο σκύλος — που μπορούσε να ακούσει ένα κομμάτι τυρί να πέφτει στο πάτωμα από την άλλη άκρη του νησιού.
Ο Κουστώ παραμόνευε πίσω από τον βράχο σαν τριχωτός νίντζα.
Πρώτα κοίταξε τον Thalos. Μετά κοίταξε τον αστακό.
Μετά ξανά τον Thalos. Μετά ξανά τον αστακό.
Ο αστακός, που κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, άρχισε να κουνάει αργά τις κεραίες του.
Ο Κουστώ έκανε ένα βήμα μπροστά.
Ο αστακός σήκωσε τη μία δαγκάνα.
Ο Κουστώ σταμάτησε.
Για λίγα δευτερόλεπτα κοιτάζονταν σαν δύο μονομάχοι σε ταινία.
Ο αστακός έμοιαζε να λέει:
«Μην τολμήσεις».
Ο Κουστώ έμοιαζε να απαντά:
«Έχω φάει παπούτσια, κουπιά και μια πετσέτα θαλάσσης. Νομίζεις ότι φοβάμαι εσένα;»
Με ένα άλμα ανέβηκε στη βάρκα, έσκυψε προσεκτικά και άρπαξε τον αστακό από το κέντρο, εκεί που δεν έφταναν οι δαγκάνες του.
Ύστερα πήδηξε στην ακτή και άρχισε να τρέχει.
Ο αστακός κουνούσε τα πόδια και τις δαγκάνες του σαν να ζητούσε δικηγόρο, αστυνομία και άμεση παρέμβαση του Λιμεναρχείου.
Ο Thalos άνοιξε το ένα μάτι.
Άκουσε κάτι να γρατζουνάει τη βάρκα. Άνοιξε και το άλλο.
Κοίταξε τον κουβά. Ο κουβάς ήταν άδειος. Κοίταξε την παραλία.
Στο βάθος, ο Κουστώ απομακρυνόταν με τον αστακό στο στόμα και την ουρά του να κουνιέται σαν σημαία γιορτής.
— «ΚΟΥΣΤΩΩΩΩ!»
Ο σκύλος γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι.
Δεν σταμάτησε.
Απλώς κούνησε λίγο πιο γρήγορα την ουρά.
— «ΚΟΥΣΤΩ! ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΡΑΔΙΝΟ ΜΑΣ!»
Ο Κουστώ συνέχισε να τρέχει.
Πιθανότατα είχε καταλάβει ακριβώς αυτό.
Ο Thalos πετάχτηκε από τη βάρκα χωρίς να προλάβει να βγάλει τα βατραχοπέδιλα.
Άρχισε να τρέχει στην παραλία.
Πλατς. Πλουτς. Πλατς. Πλουτς.
Έμοιαζε με θυμωμένο παπί που είχε χάσει το τελευταίο του κουλούρι.
Ο Κουστώ έτρεχε. Ο Thalos έτρεχε.
Ο αστακός κουνούσε τις δαγκάνες του.
Και η ουρά του Κουστώ πήγαινε δεξιά κι αριστερά με τόση χαρά, λες και συμμετείχε στον πιο όμορφο αγώνα της ζωής του.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μπροστά από μια ταβέρνα στο λιμάνι, καθόταν ένα ζευγάρι τουριστών και μιλούσε με τον εστιάτορα.
Μπροστά τους υπήρχε μια γυάλινη βιτρίνα με ψάρια.
Είχε σαργούς. Είχε μπαρμπούνια. Είχε χταπόδια.
Αστακό όμως δεν είχε.
— «Τρεις μέρες είμαστε στο νησί», είπε ο τουρίστας απελπισμένος. «Τρεις μέρες ζητάμε αστακό με μακαρόνια».
— «Έχει αέρα», του εξήγησε ο εστιάτορας. «Τα καΐκια δεν έχουν βγει».
— «Ούτε ένας αστακός;»
— «Ούτε η κεραία του».
Η γυναίκα κοίταξε θλιμμένη την άδεια θέση στη βιτρίνα.
— «Μα είχαμε έρθει ειδικά γι' αυτό».
Ο εστιάτορας άνοιξε τα χέρια.
— «Τι να κάνουμε; Η θάλασσα αποφασίζει».
Εκείνη τη στιγμή, πίσω του πέρασε ο Κουστώ με ταχύτητα, κρατώντας έναν ολοζώντανο αστακό στο στόμα.
Αμέσως μετά πέρασε ο Thalos με τα βατραχοπέδιλα.
Πλατς. Πλουτς.
— «ΚΟΥΣΤΩ! ΑΣΕ ΚΑΤΩ ΤΗ ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ!»
Οι τουρίστες έμειναν με το στόμα ανοιχτό.
Η γυναίκα σηκώθηκε όρθια και έδειξε τον σκύλο.
— «Μα… αυτός δεν είναι αστακός;»
Ο εστιάτορας γύρισε και πρόλαβε να δει μόνο την ουρά του Κουστώ να χάνεται πίσω από κάτι καρέκλες.
— «Αστακός είναι», είπε ήρεμα.
Ο τουρίστας κοίταξε τον εστιάτορα, μετά τον σκύλο και μετά ξανά τον εστιάτορα.
— «Καλά, εσείς εδώ δίνετε τους αστακούς στα σκυλιά;»
Ο εστιάτορας αναστέναξε.
— «Δεν τους δίνουμε. Τους διαλέγουν μόνοι τους».
Ο Κουστώ πέρασε κάτω από ένα τραπέζι.
Ο Thalos προσπάθησε να τον ακολουθήσει.
Τα βατραχοπέδιλα μπλέχτηκαν στα πόδια μιας καρέκλας.
Η καρέκλα έπεσε. Ένα κουτάλι εκτοξεύτηκε στον αέρα.
Ένας γάτος που κοιμόταν δίπλα στη βιτρίνα πετάχτηκε επάνω και έφυγε τρέχοντας, πιθανότατα για να μην κατηγορηθεί κι αυτός.
— «Πιάστε τον!» φώναξε ο Thalos.
— «Τον σκύλο ή τον αστακό;» ρώτησε ο τουρίστας.
— «Αυτή τη στιγμή, όποιον προλάβετε!»
Ο Κουστώ έκανε έναν κύκλο γύρω από ένα τραπέζι.
Ο Thalos έκανε κι αυτός έναν κύκλο.
Ο Κουστώ έκανε δεύτερο κύκλο.
Ο Thalos προσπάθησε, αλλά τα βατραχοπέδιλα αποφάσισαν να πάνε προς άλλη κατεύθυνση. Μάταιη η προσπάθεια.
Ο Κουστώ σταμάτησε, γύρισε και τον κοίταξε.
Έμοιαζε σχεδόν να γελάει.
Ύστερα κρύφτηκε πίσω από μια μεγάλη ομπρέλα.
Ακολούθησαν ήχοι που δεν χρειάζεται να περιγράψουμε.
Ένα «κρακ». Ένα «χρατς».
Ένα μικρό γρύλισμα ευτυχίας.
Και μία τελευταία δαγκάνα που φάνηκε για λίγο στον αέρα, σαν να χαιρετούσε τον κόσμο.
Ο Κουστώ καθόταν στην άμμο και γλείφονταν.
Πρώτα τη μία πλευρά του στόματος. Μετά την άλλη.
Είχε το πιο αθώο ύφος του κόσμου.
Ο Thalos τον κοίταξε.
Ο Κουστώ κοίταξε τον Thalos.
— «Πού είναι ο αστακός;» ρώτησε ο Thalos.
Ο Κουστώ κούνησε την ουρά.
— «Κουστώ…»
Ο Κουστώ έγειρε το κεφάλι στο πλάι, σαν να άκουγε για πρώτη φορά τη λέξη «αστακός».
Το βλέμμα του έλεγε:
«Ποιος αστακός; Μήπως ονειρευόσουν, αφεντικό; Είχες ξαπλώσει στον ήλιο. Συμβαίνουν αυτά».
Ο τουρίστας πλησίασε προσεκτικά.
— «Συγγνώμη… ο σκύλος έφαγε στ' αλήθεια ολόκληρο τον αστακό;»
Ο εστιάτορας κοίταξε τον Κουστώ.
Μετά κοίταξε τον Thalos, που στεκόταν ακόμα με τα βατραχοπέδιλα, γεμάτος άμμο και ταλαιπωρία.
— «Κανείς δεν είδε τίποτα», είπε.
Η υπόθεση μπήκε στο αρχείο με τίτλο:
«Ο ύποπτος είχε τέσσερα πόδια, κουνούσε την ουρά και μύριζε αστακομακαρονάδα χωρίς μακαρόνια».
Το ίδιο βράδυ, οι φίλοι του Thalos έφαγαν μακαρόνια με ντομάτα.
Ο Κουστώ κοιμόταν κάτω από το τραπέζι με την κοιλιά φουσκωμένη και ένα ευτυχισμένο χαμόγελο.
Κάποια στιγμή ο Thalos τον κοίταξε αυστηρά.
Ο Κουστώ άνοιξε το ένα μάτι.
Ο Thalos σήκωσε το δάχτυλο.
— «Την επόμενη φορά, θα μείνεις σπίτι».
Ο Κουστώ έκλεισε πάλι το μάτι.
Και όλοι ήξεραν ότι την επόμενη φορά θα ήταν ήδη μέσα στη βάρκα.